Ας τους σκάσουμε την μπάλα

του Θεόδωρου Παντούλα*

Οι εγχώριες παραπολιτικές υπαλληλοκρατίες και οι προαγωγοί τους αντιμετωπίζουν τους δήμους ως διοικητικές μονάδες του κομματικού παρακράτους, χωρίς να λογαριάζουν τις ιστορικές και πολιτισμικές διαστάσεις, αυτές, δηλαδή, που θα έπρεπε να διαμορφώνουν τις χωροταξικές, παραγωγικές, κι αισθητικές αναφορές ενός τόπου ή μιας ουτοπίας.

Η Αθήνα, που δυστυχώς λειτουργεί παραδειγματικά για όλες τις ελληνικές πόλεις, παρότι διαθέτει ασύγκριτη ιστορική πυκνότητα, έμπλεη μνημάτων και μηνυμάτων, είναι μια πόλη σε σύγχυση, δηλαδή μια πόλη χωρίς ταυτότητα. Διότι δεν συνιστά ταυτότητα η αρχαιοκαπηλία, η έπαρση κι ο κομπογιαννιτισμός με τα οποία πορεύεται κι εμπορεύεται το υποτελές κράτος των Βρυξελλών.

Για δυο σχεδόν αιώνες η Αθήνα λειτούργησε ως τόπος υποδοχής και διαμονής των προσφύγων τού εντός κι εκτός Ελλάδος ελληνισμού. Θα περίμενε κανείς ότι η συνύπαρξη τόσο ετερόκλητου ανθρώπινου δυναμικού θα πλούτιζε την ταυτότητά της, καθιστώντας την ελκυστική μες την πολυμορφία του τόπου και των ανθρώπων του. Αλλά αυτό δεν έγινε, διότι οι τοπικές ταυτότητες εξ αρχής βρέθηκαν υπό διωγμό. Οι νεοφερμένοι έπρεπε να τις αποβάλλουν για να γίνουν αποδεκτοί από τον συμπλεγματικό επαρχιωτισμό του ομοιογενοποιητικού και συγκεντρωτικού μοντέλου που προκρίθηκε σαν καταλληλότερο για τη χώρα από μια πολιτική τάξη που την προχειρότητά της συνεπικουρούσε παλαιόθεν η μορφωτική και ιστορική της ανεπάρκεια. Το αποτέλεσμα αυτού του μοντέλου είναι μια κοινωνία μεταπρατική και μια περιφέρεια παρενδυματική, δηλαδή μια περιφέρεια τραβεστί.

Χωρίς υποδομές, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς πρόβλεψη και κυρίως χωρίς προοπτική η μισή Ελλάδα σπρώχτηκε και στριμώχτηκε στο λεκανοπέδιο Αττικής που μετατράπηκε σε χωματερή, στην οποία όμως δεν στοιβάχθηκαν μόνο απορρίμματα αλλά και άνθρωποι στερημένοι της περηφάνιας και της αξιοπρέπειάς τους. Οι άνθρωποι αυτοί, κατά κύριο λόγο, έπρεπε να παρασιτούν ως πελάτες μιας ανάγωγης αλλά πανίσχυρης διακομματικής γραφειοκρατίας, η οποία με τη σειρά της ενθάρρυνε, μονιμοποιούσε και νομιμοποιούσε τις παντοειδείς αυθαιρεσίες, αυτές που εντέλει παραμόρφωσαν το φυσικό, αρχιτεκτονικό και ιστορικό περιβάλλον της αττικής γης. Κι όλα αυτά τα εγκλήματα έγιναν στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου εκσυγχρονισμού, που γέμισε με τζιπ το Κολωνάκι αλλά δεν έχει πού να κρύψει τα σκουπίδια του.

Η μονοκαλλιέργεια του τσιμεντώματος και ο Μινώταυρος της δημοσιοϋπαλληλίας ήταν κι είναι το κυρίαρχο μοντέλο υπανάπτυξης, και χάρη σε αυτό η κατακαμένη Αττική έγινε μια υποβαθμισμένη βαλκανική περιφέρεια που η χυδαιότητά της θα έπρεπε να προσβάλει εκτός από την ποιότητα ζωής των κατοίκων της και τη μνήμη τους. Κατά πλειοψηφία αμνήμονες όμως και κατά συνέπεια παροπλισμένοι, επί μακρόν ιδιώτευσαν, υπό την ομηρεία μιας δανεικής ευζωίας, με ανεξόφλητα γραμμάτια. Όσο για τους επισκέπτες της αυτοί την αντιμετωπίζουν ως τράνζιτ, ως ελάχιστα ελκυστικό, γι’ αυτό και προσωρινό, σταθμό διέλευσης.

Όλα τα γεωπολιτιστικά και συνακόλουθα γεωοικονομικά πλεονεκτήματα της Αττικής περιφρονήθηκαν με τον πλέον κραυγαλέο κι απαίδευτο τρόπο. Γι’ αυτό ακριβώς και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι αυτοί που παταγωδώς απέτυχαν στα απλά, θα προκόψουν τώρα στα σύνθετα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι αυτοί που συγκεφαλαιώνουν το πρόβλημα θα γίνουν αίφνης η λύση του. Κι επιπλέον χρειάζεται να το πούμε ξεκάθαρα. Αυτοί που ανέχθηκαν ή ενορχήστρωσαν την ύβρη στην Αττική δεν δικαιούνται να γίνονται οι όψιμοι τιμητές της, διότι, απλούστατα, «δεν πάει άλλο». Οι ανοχές κι οι αντοχές της Αττικής βρίσκονται σε οριακό σημείο. Οι ελεύθεροι χώροι λιγοστεύουν και η «ανάπτυξη» συνεχίζει να είναι υπόθεση των εργολάβων κι όχι των πολιτών. Οι θαλάσσιοι και δασικοί πνεύμονες υπολειτουργούν. Η ανεξέλεγκτη μετανάστευση γκετοποιεί περιοχές κι οι συνέπειες της οικονομικής και πολιτικής υποτέλειας του «Μνημονίου» θα δημιουργήσουν κοινωνικές εκρήξεις απρόβλεπτης έντασης. Η Αττική –όπως κι η χώρα ολόκληρη– ή θα συνεχίσει να φυτοζωεί ως τριτοκοσμικό «οικόπεδο και αποικία» ή θα αποφορτισθεί πρωτίστως υλικά –δηλαδή πολιτικά–, ώστε να επανακτήσει και να δημιουργήσει μια ταυτότητα που θα σέβεται το περιβάλλον της, το παρελθόν της και τις ιδιαιτερότητες των κατοίκων της.

Και σε αυτή την κατεύθυνση νομίζουμε ότι μπορούν οι απροσκύνητοι Ηπειρώτες, οι Κρήτες, οι Πελοποννήσιοι, οι Μακεδόνες, οι Κυκλαδίτες, οι Θράκες, όλοι οι Πανέλληνες πρόσφυγες της Αττικής γης, όλοι εκείνοι που δεν τους κατάπιε η νεοπλουτική κακογουστιά, να πλουτίσουν τη φυσιογνωμία της και να στολίσουν με την ατίμητη ετερότητά τους το πρόσωπό μιας παλιγγενεσίας. Διότι αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα απελευθερώσουν τις πνευματικές, κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που λαθροβιούν στο περιθώριο κομίζοντας, κοντά στ’ άλλα, τις δεξιότητες των τόπων καταγωγής τους, εκείνες ακριβώς που με τη βιοτεχνία τους θα υποσκελίσουν την εξάρτησή μας από τη λερναία ύδρα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της τζογαδόρικης παραοικονομίας.

Αλλά για να επανεύρουμε των Ελλήνων τις κοινότητες, των Ρωμιών τις κοινωνιές δεν χρειάζεται απλώς μια χρηστή διαχείριση και μερικά αποσπασματικού χαρακτήρα μερεμέτια αλλά μια νέα και τολμηρή προοπτική, μια επαναθεμελίωση στον θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό χάρτη της πρωτεύουσας. Μια πραγματικά συμμετοχική και αυτοδιοικητική επαναθεμελίωση που θα αναδεικνύει την τοπικότητα και τα λησμονημένα παραγωγικά της συστήματα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα δημιουργήσει αναμφίβολα σφοδρές συγκρούσεις με τις χρόνιες παθογένειες του κραταιού συστήματος της κρατικοδίαιτης αγοράς.

Γι’ αυτό κι ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί να το γεννήσουν οι χρεωκοπημένες κομματικές εφεδρείες που ανακυκλώνουν τα φθαρμένα έως διεφθαρμένα τους υλικά στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα το κοιλοπονέσει η ίδια η ιστορία με τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα που δεν αποχαύνωσαν ακόμη οι τηλεοράσεις των πλούσιων εργολάβων.

Και αυτό δεν το χρωστάμε μόνο στις ζωές μας, αλλά και στους γονείς και τα παιδιά μας. Όσοι δεν βουλιάξαμε στους καναπέδες μας, ας το τολμήσουμε.

Σε μιαν συγκυρία δίκαιης απαξίωσης των πολιτικών εμείς δεν απαξιώνουμε την πολιτική. Δεν γυρνάμε την πλάτη στα κοινά και δεν παραδίδουμε την πατρίδα ούτε σε «προστάτες» ούτε στους «εθνικούς» εργολάβους ή στους υπαλλήλους τους. Δεν υποστέλλουμε την σημαία κι εκκινούμε φρονώντας ότι μπορούμε να ξανασυλλαβίσουμε την ζωή κι όχι την ενεχυρίασή της. Ξεκινάμε ξεπερνώντας ή αγνοώντας τα συστημικά προσκόμματα, πιστεύοντας ότι ο τόπος και οι ζωές μας αξίζουν μια πολιτική έκφραση χωρίς εκπτώσεις και χωρίς επιλήψιμες συναλλαγές.

Πιστεύουμε ότι η φωνή μας μπορεί να γίνει η φωνή όλων όσων δεν έχουν φωνή. Μπορεί να γίνει η φωνή όλων όσων δεν ευθύνονται για την μεταπολιτευτική χρεωκοπία. Δεν μπερδεύουμε το μπόι μας με την σκιά μας αλλά προτιμούμε την διακινδύνευση μιας στράτευσης, γιατί μόνο κάτι βαθύτερα δικό μας μπορεί να οικοδομήσει ένα νέο πρόταγμα πατριωτισμού για ν’ αναμετρηθεί και με τον κακό μας εαυτό και με την λερναία ύδρα της παγκοσμιοποίησης.

Δεν μας ταιριάζει η αποχή. Είμαστε πολίτες κι όχι πελάτες. Πολιτευόμαστε επειδή αγαπούμε την πατρίδα μας κι όχι επειδή είμαστε ανεπάγγελτοι, κληρονόμοι ή θαμώνες κομματικών παραμάγαζων.

Οι εκλογές δεν είναι αυτοσκοπός μας. Ούτε ξεκινάμε ούτε καταλήγουμε σε αυτές. Αν μπαίνουμε στο γήπεδό τους δεν το κάνουμε για να νομιμοποιήσουμε το στημένο  τους παιχνίδι αλλά για να τους σκάσουμε την μπάλα…

*εκδότης, συγγραφέας, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *