Απογκετοποίηση

Για ένα σχέδιο παρέμβασης στο υποβαθμισμένο κέντρο της πρωτεύουσας

Του Τάσου Αναστασίου*

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, το ποσοστό των ξένων υπηκόων στον δήμο της Αθήνας ξεπερνούσε το 22% του συνόλου των κατοίκων (Έλληνες 512 χιλιάδες, αλλοδαποί 150 χιλιάδες). Προφανώς και αυτό το ποσοστό, σήμερα, έχει ανέβει αισθητά μετά την –κατά παραγγελία της Μέρκελ– πολιτική των ανοικτών συνόρων που εφαρμόστηκε από το 2015 και μετά. Μετριοπαθείς εκτιμήσεις αναφέρουν πως, εν έτει 2019, τουλάχιστον ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας δεν είναι Έλληνας. Η παρουσία σημαντικού αριθμού ατόμων από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, για τα οποία ιστορικά έχει αποδειχτεί στην Ευρώπη πως δεν δύνανται να ενσωματωθούν στις παρούσες κοινωνίες υποδοχής, αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για την κοινωνική συνοχή της πρωτεύουσας, αφού πρακτικά μειώνουν την ένταση και την έκταση των σχέσεων μεταξύ των μελών της κοινωνίας και εμμέσως προκρίνουν ατομοκεντρικούς τρόπους διευθέτησης των όποιων διαφορών.
Η έλλειψη κοινωνικής συνοχής διογκώνει το αίσθημα ανασφάλειας, αυξάνει την εγκληματικότητα, μειώνει δραστικά την επίτευξη ταξικών και κοινωνικών γενικά διεκδικήσεων και εξασθενεί τη διάθεση των δημοτών για συμμετοχή στη λήψη συλλογικών αποφάσεων και την κατάκτηση δημοκρατικών διαδικασιών. Τα γκέτα τρέφουν την ξενοφοβία όλων των φυλετικών ομάδων, κάποιων, μάλιστα, περισσότερο από αυτή των γηγενών.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και υπό αυτές τις συνθήκες (και μάλιστα σε σχετικά καλύτερες από τις σημερινές), βρήκε πρόσφορο έδαφος και εκτοξεύτηκε εκλογικά η ανθρωποφάγα ακροδεξιά της Χρυσής Αυγής, μέσω αρχικά της συμμετοχής της στις δημοτικές εκλογές του Δήμου Αθηναίων με την υποψηφιότητα Μιχαλολιάκου το 2010, που αποτέλεσε το εφαλτήριο για τη μετέπειτα πανελλήνια γιγάντωσή της. Αν ανατρέξει κάποιος στα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών για τις εκλογές –τόσο τις αυτοδιοικητικές, όσο και τις βουλευτικές ή τις ευρωεκλογές–, είναι παραπάνω από οφθαλμοφανές ότι το ποσοστό της Χρυσής Αυγής ανά περιοχή είναι ευθέως ανάλογο με το ποσοστό των μεταναστών στις περιοχές αυτές. Ίσως και να είναι η μόνη πολιτική δύναμη που έχει ωφεληθεί τόσο πολύ από την γκετοποίηση του κέντρου της Αθήνας, πέρα, βέβαια, από την εμφανή ικανοποίηση των ιδεοληψιών όλης της συριζαϊκής και πέρα αριστεράς που πανηγυρίζουν για το κατόρθωμα της μετατροπής των γειτονιών σε πολυεθνικές συνοικίες.
Με αυτά τα δεδομένα, θα είχε ενδιαφέρον η επεξεργασία ενός σχεδίου για μια συντονισμένη απόπειρα διασποράς των μεταναστών που διαβιούν στο κέντρο της Αθήνας σε περιφερειακούς δήμους της Αθήνας και της Αττικής.
Κατά διαβολική σύμπτωση, όλοι αυτοί που πρωτοστάτησαν στην υπεράσπιση του willkommen party του 2015, και όλοι αυτοί που υποστηρίζουν τη συνέχιση της εγκατάστασης των μεταναστών και προσφύγων στο κέντρο της Αθήνας δεν κατοικούν οι ίδιοι εκεί. Ευκαιρία θα ήταν, λοιπόν, κάποιοι «αλληλέγγυοι» δήμοι να αποδείξουν έμπρακτα την πίστη τους στην ομαλή ενσωμάτωση των αλλοδαπών εθνοτικών ομάδων, δεχόμενοι μόνιμα σημαντικά τμήματα αυτών στις περιοχές τους. Θα είναι η μεγάλη τους ευκαιρία να αποδείξουν στην πράξη το ανθρωπιστικό πρόσωπο που τους αποδίδεται. Εξάλλου, η συγκριτικά μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια των δημοτών σε αυτές τις περιοχές (βόρεια, ανατολικά, νότια προάστια) θα τους φέρει πιο κοντά σε φτηνά εργατικά χέρια και σε μεγαλύτερη προσφορά προσωπικών υπηρεσιών. Οι δε μετανάστες θα έχουν τη δυνατότητα να απεγκλωβιστούν από τα γκέτο και να αυξήσουν στις καλύτερες γειτονιές τις πιθανότητες επαγγελματικής και κοινωνικής τους κινητικότητας, που σίγουρα δεν έχουν στις υποβαθμισμένες συνοικίες του κέντρου.
Με την ακριβώς αντίθετη φορά, ο Δήμος Αθηναίων θα μπορούσε να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο επιστροφής δημοτών (ή γόνων αυτών), που εγκατέλειψαν το κέντρο τις τελευταίες δεκαετίες. Μεσοπρόθεσμα, θα ήταν πολύ πιθανή η αύξηση της αξίας των ίδιων τους των περιουσιών, ενώ ταυτόχρονα θα έδιναν νέα, διαφορετική πνοή στην πόλη.
Παράλληλα, αυτό θα μπορούσε να συνδεθεί με μια γενναία επιδότηση των γεννήσεων των Ελληνίδων δημοτισσών της Αθήνας (ή και αλλοδαπών, αρκεί να έχουν πολυετή παρουσία στην πόλη και να είναι της ημετέρας παιδείας μετέχουσες, προκειμένου να προστατευτεί το κυρίως διακύβευμα, η κοινωνική συνοχή). Στο δήμο της Αθήνας γεννιούνται περίπου 5.000 χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο. Στην περίπτωση που τα κίνητρα ήταν τέτοια που κατάφερναν να διπλασιάσουν τις κατ’ έτος γεννήσεις, αυτό θα ήταν εφικτό να χρηματοδοτηθεί με ένα εφάπαξ ποσό των 4.000 χιλιάδων ευρώ ανά μητέρα για κάθε νέο παιδί από το πλεόνασμα που επιτυγχάνει ο Δήμος Αθηναίων τα τελευταία χρόνια και που κυμαίνεται από 20 έως 25 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Επιτυγχάνοντας, έτσι, μια σημαντική νίκη ανάτασης στη μάχη κατά της δημογραφικής συρρίκνωσης.

 *Ο Τάσος Αναστασίου είναι μέλος της δημοτικής κίνησης, «Αθήνα για την Ελλάδα» 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *